Τοποθεσία
Η Πάχνα είναι ένα αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Λεμεσού, στη γεωγραφική περιφέρεια των αμπελοχωριών Λεμεσού - Πάφου, περί τα 35 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της πόλης της Λεμεσού.
Από συγκοινωνιακής απόψεως, η Πάχνα συνδέεται στα βόρεια με το χωρίο Κισσούσα (περί τα 5 χμ.),στα ανατολικάμετο χωρίο Άγιος Αμβρόσιος (περί τα 6 χμ.) και στα νότια με το χωριόΠραστείο (περί τα 6 χμ.).
Η Πάχνα είναι κτισμένη σε υψόμετρο περίπου 700 μέτρων.Το υψόμετρο στην περιοχή της ποικίλει και κυμαίνεται μεταξύ 400 και 775 μέτρων. Το ψηλότερο σημείο του χωριού είναι η κορφή Τοφούλια (775 μέτρα) που βρίσκεται στα βόρεια του χωριού.Το τοπίο είναι διαμελισμένο από τους μικρούς παραπόταμους του Χα-ποταμιού και του Παραμαλιού που ρέουν στην περιοχή.
Ονομασία - Ιστορία
Η περιοχή του χωριού σε ακτίνα τριών χιλιομέτρων φαίνεται κατοικημένη από τη γεωμετρική περίοδο (8ος – 7ος αιώνας π.Χ.). Το χωριό αναφέρεται ως Padena και περιλαμβάνεται μεταξύ εκείνων που αποτελούσαν βασιλικά κτήματα κατά την περίοδο της φραγκοκρατίας. Σε καταλόγους της περιόδου της βενετοκρατίας το χωριό αναφέρεται επίσης με το ίδιο όνομα Padena. Η ονομασία αυτή αποτελεί παραμόρφωση της αρχικής ονομασίας (από τη λατινική λέξη patena-patina = λεκάνη, φάτνη, πάχνη) του χωριού, που μάλλον προήλθε από την πάχνη. Η λέξη πάχνη είναι αρχαία ελληνική, προερχόμενη από το ρήμα πήγνυμι, και σημαίνει τη δροσιά που σχηματίζεται τις κρύες νύχτες και που κάθεται σε μορφή δροσοσταλίδων στα φύλλα των φυτών. Η θέση που είναι κτισμένος ο συνοικισμός είναι τέτοια, ώστε να σχηματίζεται εύκολα η πάχνη.
Μια άλλη εκδοχή για την προέλευση της ονομασίας του χωριού οφείλεται στο γεγονός ότι το χωρίο είναι κτισμένο ανάμεσα στους γύρο λόφους δίνοντας την εντύπωση ότι είναι μια πάχνη ή φάτνη. 
Η ονομασία του χωριού υποδηλώνει την ύπαρξη του πριν από την περίοδο της φραγκοκρατίας.
Κατά το Νέαρχο Κληρίδη, παλαιός γειτονικός, προς την Πάχνα οικισμός, ονομαζόταν Σκλοινίτζια (τα),που είναι ονομασία φυτόνυμη (από το σκλοινίτζιν). Ο οικισμός αυτός διαλύθηκε μετά την μεγάλη επιδημία του 1692 μ.Χ., οπότε όσοι από τους κατοίκους του γλίτωσαν από το θανατικό (πέθαναν τα 2/3 των κατοίκων), μετακινήθηκαν στην Πάχνα. Ο R. Gunnis αναφέρει ερείπια παλαιού χωριού περί τα 3 χμ. νότια της Πάχνας , στην περιοχή του οποίου βρίσκεται σήμερα μικρό ξωκλήσι αφιερωμένο στον άγιο Στέφανο. Στην ίδια περιοχή σώζονται δυο μεγάλοι μονόλιθοι, των οποίων το ύψος ξεπερνά τα 3,5 μέτρα. Στις πέτρες αυτές αποδίδονται θρησκευτικές αντιλήψεις, λατρείες, μαγείες και είναι διάσπαρτες με διάφορους θρύλους.
Ωστόσο οι μονόλιθοι αυτοί αποτελούν αρχαία κατάλοιπα ελαιοπιεστηρίων.
Στην διοικητική έκταση της Πάχνας έχουν βρεθεί κατά καιρούς αρχαία αντικείμενα των Προϊστορικών χρόνων που αποδεικνύουν την αρχαιότατη κατοίκηση της.
Στη κορυφή του λόφου Βουνί (κεραία της ΑΤΗΚ), η λαϊκή παράδοση αναφέρει τα κάστρα της Ρήγαινας με τα εκατό ένα (101) δωμάτια. Μέχρι το 1960 μ.Χ. μια σειρά από χοντρόκορμες ελιές μέσα στο χωριό θύμιζαν τους Ενετούς.
Το όνομα Πάχνα φέρει και ένα χωριό στην Ελλάδα στο νομό Ροδόπης και το όνομα Πάχνες φέρει η ψηλότερη κορυφή στα Λεύκα Όρη του νομού Χανίων στη Κρήτη.
Καλλιέργειες
Η Πάχνα δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 645 χιλιοστόμετρα. Πάνω στα ασβεστούχα εδάφη της καλλιεργούνται κυρίως αμπέλια οινοποιήσιμων και επιτραπέζιων ποικιλιών. Το χωριό συγκαταλέγεται ανάμεσα στα κυριότερα αμπελοχώρια της Κύπρου. Σύμφωνα με την απογραφή γεωργίας του 1985, στη Πάχνα καλλιεργούντο 830 περίπου εκτάρια γης με αμπέλια. Η έκταση αυτή είναι η δεύτερη μεγαλύτερη της επαρχίας Λεμεσού μετά την πόλη της Λεμεσού (1.210 εκτάρια).
Απόδειξη ότι και τα παλαιότερα χρόνια οι κάτοικοι ασχολούνταν με την αμπελοκαλλιέργεια αποτελούν τα ερείπια σπιτιών στην περιοχή της Αγίας Μαρίνας στα οποία βρέθηκαν πιθάρια και άλλα σχετικά αγγεία.
Οι ποικιλίες του σταφυλιού που φυτεύονταν παραδοσιακά ήταν το «μαύρο» και το «ξινιστέρι». Σκόρπιες ποικιλίες στους αμπελώνες ήταν οι «πρωμάρες», οι «μουσκάτες» ,το «όφταρμα»,τα «μαραθεύτικα»,η «μαλάγα» και οι επιτραπέζιες όπως το «βέρικο», η «φράουλα», ο «σιδερίτης» κ.α.
Σήμερα με την αναμπέλωση έχουν φυτευτεί εισαγόμενες ποικιλίες όπως «γκρινάς», «καρινιά», «μινέ», «παλομίνο», «καπερνέ», «αλικάντε», «ματτάλο» και άλλες.
Εκτός από τα αμπέλια καλλιεργούνται χαρουπιές, αμυγδαλιές, ελιές, διάφορα φρουτόδεντρα (μηλιές, αχλαδιές και χρυσομηλιές ), σιτηρά, κηπευτικά φυτά και φακές.
Η γεωργική παραγωγή σε σιτάρι, κριθάρι και άλλα δημητριακά ήταν μεγάλη και αυτό φαίνεται από τα πολλά αλώνια και μάλιστα σε ορισμένες περιοχές του χωριού (Αλώνια τα αφεντικά, τον Τρεύλακα, της Αράμης )
Στην περιοχή του χωριού ανορύχθηκαν αρκετές διατρήσεις από τις οποίες αρδεύονται αρκετά εκτάρια γης.
Εκτός από τη γεωργία, σχετικά ανεπτυγμένη είναι και η κτηνοτροφία.
Πληθυσμός
Η Πάχνα γνώριζε συνεχή πληθυσμιακή αύξηση από το 1881 μ.Χ. μέχρι το 1960 μ.Χ., όπως συνέβη με αρκετά άλλα αμπελοχώρια. Το 1881 μ.Χ. οι κάτοικοι ήσαν 595 που αυξήθηκαν στους 695 το 1891 μ.Χ., στους 731 το 1901 μ.Χ., στους 875 το 1911 μ.Χ., στους 1.131 το 1921 μ.Χ., στους 1177 το 1931 μ.Χ. και στους 1500 το 1946 μ.Χ. Με βάση την επίσημη απογραφή πληθυσμού του 1946, η Πάχνα ήταν ο τέταρτος σε πληθυσμό οικισμός της επαρχίας Λεμεσού μετά την πόλη της Λεμεσού και τα χωρία Κάτω Πολεμίδια και Πελέντρι. Το 1960 μ. Χ οι κάτοικοι ανήλθαν στους 1564 και ήταν ο όγδοος σε πληθυσμό οικισμός της επαρχίας Λεμεσού μετά την πόλη της Λεμεσού και τα χωριά Αγία Φύλα, Μέσα Γειτονιά, Κάτω Πολεμίδια, Πελέντρι, Επισκοπή και Γερμασόγεια. Στη συνέχεια ο πληθυσμός του χωριού μειώθηκε ως αποτέλεσμα της αστυφιλίας και της αποδημίας που άρχισαν να επηρεάζουν την ύπαιθρο. Το 1973 οι κάτοικοι μειώθηκαν στους 1545, στους 1506 το 1976 και στους 1342 το 1982. Με βάση την επίσημη απογραφή πληθυσμού του 1982 η Πάχνα ήταν ο 13ος σε πληθυσμό οικισμός της επαρχίας Λεμεσού.
Σήμερα ο πληθυσμός του χωριού είναι κοντά στους 1000 κατοίκους.
Εκκλησίες
Η παλιά εκκλησία της Πάχνας ήταν αφιερωμένη στην Παναγία και κτίστηκε το 1849 μ. Χ δωρεά του Δημήτριου Μένζη στο χώρο παλαιότερου ναού από τον οποίο σώζονταν, κατά τον R. Gunnis (1936), δυο αψίδες κοντά στη δυτική θύρα. Στην εκκλησία ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει ότι είχε δει εικόνα της Παναγίας του 16ου αιώνα, ζωγραφισμένη σε καναβάτσο αλλά πολύ κατεστραμμένη.
Σήμερα υπάρχουν δυο ενοριακοί ναοί, του Αγίου Γεωργίου στο λόφο Τρεύλακα (η ονομασία προέρχεται από τα τρία αυλάκια στα οποία έρεε νερό από την περιοχή και κατέληγε την περιοχή της Πηγής) και του Αποστόλου Πέτρου και Παύλου η οποία κτίστηκε το 1953 κοντά στην εκκλησία της Παναγίας.
Μέσα και γύρω από το χωριό υπάρχουν διάφορα ξωκλήσια: των 12 Αποστόλων, του Αγίου Γεωργίου, της Αγίας Μαρίνας, του Αγίου Στεφάνου, το οποίο έχει συντηρηθεί από το Τμήμα Αρχαιοτήτων και παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον από αρχαιολογικής άποψης, και του Αγίου Επιφανίου. Όλα ήσαν κάποτε αγιογραφημένα. Δυστυχώς όμως σήμερα αρκετά από αυτά είναι σήμερα ερειπωμένα.
Σχολεία
Στο χωριό λειτούργησε σχολείο από το 1855 μ.Χ., οπότε διάφοροι γραμματοδιδάσκαλοι δίδασκαν τα εκκλησιαστικά γράμματα στα σπίτια τους. Αναφέρονται τα σπίτια δυο χωρικών, του Χριστοφή Γεωργίου και Γιακουμή Μιχαήλ, με δάσκαλο
τον Χατζηπαναγή από τη Σολιά, που δίδασκε τα εκκλησιαστικά, χωρίς αριθμητική και γραφή. Μετά την αγγλική κατοχή (1878) άρχισε να λειτουργεί στο χωριό κοινοτικό αλληλοδιδακτικό σχολείο.
Το 1929 λειτούργησε στο χώρο της εκκλησία του Αγίου Γεωργίου οκτατάξιο σχολείο. Ο χώρος είχε παραχωρηθεί από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και σήμερα στεγάζεται το Κέντρο Νεότητας «Πανευμένιος» Πάχνας.
Το 1938 λειτούργησε και το δημοτικό σχολείο στην περιοχή αλώνια, όπου υπάρχει μέχρι και σήμερα.
Αρχιτεκτονική
Η αρχιτεκτονική των σπιτιών παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, παρόλο που η δόμησή τους δεν
ακολούθησε ποτέ κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο. Βρίσκει κανείς το «δίχωρο παλάτι», το «μακρινάρι» σε ισόγειο ή ανώγειο, τις παραδοσιακές «καζανονιστιές» και «τα δώματα».
Όλα τα παλαιότερα σπίτια κτίστηκαν με ντόπια πέτρα «καματερή», με διπλότοιχο. Μετά την αναπαλαίωση και αμμοβολή, ορισμένα δημόσια κτίρια καθώς και ιδιωτικά, εντυπωσιάζουν τον επισκέπτη. Υπάρχουν απομεινάρια της υδροδότησης του χωριού μέχρι το 1950, οι «αλακατόλακκοι», και οι οποίοι παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την κατασκευή τους.
Κάτοικοι
Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του Παχνιώτη είναι η φιλοξενία, η οποία γίνεται αντιληπτή σε όλους τους επισκέπτες της κοινότητας, καθώς είναι δύσκολο να φύγουν χωρίς να δεχτούν τουλάχιστο ένα κέρασμα .
Το αγωνιστικό πνεύμα και η παλικαριά είναι αλλά δυο χαρακτηριστικά τα οποία μπορούμε να τα αποδώσουμε στους Παχνιώτες. Απόδειξη αυτού είναι η εθελοντική συμμετοχή Παχνιωτών στον πρώτο και δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, στους Βαλκανικούς πόλεμους καθώς και στον απελευθερωτικό αγώνα του 1955-59.
Η εργατικότητα είναι και αυτή χαρακτηριστικό του Παχνιώτη, γίνεται εύκολα αντιληπτή αν παρατηρήσουμε το γεγονός ότι δύσκολα θα βρούμε ακαλλιέργητη γη εντός τον ορίων της κοινότητας αλλά και στα χωριά Παραμάλι και Αυδήμου όπου οι Παχνιώτες κατέχουν αρκετή περιουσία.
Προοπτικές
Η μείωση του πληθυσμού την τελευταία δεκαετία έφτασε σε επικίνδυνο σημείο και οι πιθανότητες ανάκαμψης είναι μηδαμινές.
Το γεωργικό εισόδημα δεν μπορεί να καλύψει τις βασικές ανάγκες καθώς διέρχεται μια χρόνια κρίση (το γνωστό αμπελουργικό πρόβλημα με την εκρίζωση αμπελιών, τον πράσινο τρυγητό, τις χωματερές και τη στασιμότητα στην εμπορία των οινικών προϊόντων) και σε συνδυασμό με την κρίση που περνά μετά την ένταξη της Κύπρου στην ενωμένη Ευρώπη ο κλάδος της κτηνοτροφίας, η στροφή προς την πόλη και άλλες δραστηριότητες φαντάζει μονόδρομος και έχει διαφοροποιήσει την εικόνα της άλλοτε ακμάζουσας γεωργοκτηνοτροφικής κοινότητας.
Η Πάχνα σιγά-σίγα γίνεται μια κοινότητα γερόντων που βαριανασαίνει στο ρυθμό της εγκατάλειψης και της ερήμωσης. Οι εναπομείναντες κάτοικοι αγωνίζονται πεισματικά να κρατηθούν στο χώμα και την γη που τους γέννησε και με την εργατικότητα που τους διέκρινε πάντοτε είναι αποφασισμένοι να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους. Στις δύσκολες μέρες που περνά η κοινότητα δεν αρκούν οι υποσχέσεις, αλλά έργα που να στηρίζουν αποτελεσματικά την ύπαιθρο και να αποτρέπουν τη συρρίκνωση του πληθυσμού και του εισοδήματος των κατοίκων.